Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Beethoven / Λειβαδίτης

                                                      

                                                            ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ

Ωστόσο, κανείς δε μάντευε ακόμα το τέλος - ήταν θυμάμαι σούρουπο, ώρα που υπόσχεται τον Θεό και προοιωνίζει τον δήμιο, εξάλλου με βασάνιζε και το αίνιγμα της γεννήσεώς μου, θέλω να πω ότι οι γονείς μου ήταν θνητοί, ενώ εγώ είχα άλλες βλέψεις κι η υδρορροή σαν ένα κομμένο λαρύγγι τραγουδούσε το φθινόπωρο ή ποιος δεν έκαψε τα χέρια του μες στη φωτιά του κόσμου ετούτου - αλλά θ' αναρωτηθεί κανείς γιατί κοιμόμουν αγκαλιά μ' αυτόν τον τηλεφωνικό κατάλογο που πρόδιδε τις αρχές μου, ε, ήταν κι αυτό μια υπόσχεση για λιγότερη μοναξιά, ένα λάφυρο απ' την αιώνια ανωνυμία - ώσπου ξημέρωνε
κι ερχόταν ένας καινούργιος πόνος να με σώσει απ' τον παλιό.

Τάσος Λειβαδίτης, Ο τυφλός με τον λύχνο

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Κι η μοναξιά...



Μετράω αντίστροφα το χρόνο που μου χάρισες
κι αναπολώ τις μνήμες μου με μνήμες…

Χαμένος στης ημέρας την ασάφεια,
περήφανος,
δε θες ν’ αγγίξεις τις ντροπές σου, τις ενοχές σου.
Παραιτημένος κι έρημος,
στοιχίζεις τις βροχές σου μες στο χρόνο,
τις λύπες σου όλες διαλύεις μες στην άλμη.
Τα βήματά σου κρύβουν μυστικά, τα γόνατά σου 
λυγίζουνε με θόρυβο.
                  Της απουσίας ψίθυροι τα χέρια σου
                  τραβούν γραμμές σε νοητούς καμβάδες.
                  Ουρλιάζεις το ποτέ σου και το αύριο
                  σαν να ’ναι το αύριο πληγή και το ποτέ σου ελπίδα.

                   Κι η μοναξιά…
−λέξη φρικτή κι ανάξια να προφέρεται,
τη ζει κανείς και τη φοβάται−,
…κι η μοναξιά γίνεται επαίτης των στιγμών που έζησες,
ενώ το χρώμα απ’ τα μάτια σου ταξίδι σύντομο στα παιδικά μου χρόνια.
Φωνές του χθες εκλιπαρούνε για συγχώρεση,
σκιές που μοιάζουν με μικρές αναχωρήσεις
αιώνιες
φυγές κι αναβολές που διαρκούν όσο μια τύψη

      
κι ένα κλειδί που κάποτε έκρυψες στον κήπο,
στα βάθη της ψυχής σου τώρα χάθηκε.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ (μονόπρακτο)




Γ2: Δεν ήταν καλό το γλυκό.

Γ1: Παρακαλώ;

Γ2: Το γλυκό που φτιάξατε δεν ήταν καλό. Ίσως αν δε βάζατε τόσο πολλή ζάχαρη.

Γ1: Δεν καταλαβαίνω τι λέτε.

Γ2: Ακολούθησα πιστά τη συνταγή σας. Θεωρώ ότι τα δύο φλιτζάνια ζάχαρης ήταν κάπως υπερβολικά, δε νομίζετε;

Γ1: Και πώς ξέρετε εσείς για το γλυκό που έφτιαξα;

Γ2: Και το μέλι. Θα μπορούσατε να μην είχατε βάλει το μέλι.

Γ1: Σας έκανα μία ερώτηση.

Γ2: Απλώς ξέρω. Αλλά το γλυκό ήταν σκέτη αποτυχία. Να προσέξετε τη δοσολογία την επόμενη φορά.

Γ1: Σταθείτε μια στιγμή. Με γνωρίζετε;

Γ2: Όχι. Σας βλέπω πρώτη φορά. Από κοντά. Σας έχω δει σε φωτογραφίες όμως. Στις φωτογραφίες φαίνεστε πιο… ζωντανή.

Γ1: Τι θέλετε να πείτε; Πού βρήκατε δικές μου φωτογραφίες;

Γ2: Ας μη μένουμε στις λεπτομέρειες. Τι νόημα έχει πού βρήκα τις φωτογραφίες σας; Θα μπορούσατε να είστε οποιαδήποτε. Είστε οποιαδήποτε. Όπως κι εγώ άλλωστε.

Γ1: Τι νόημα έχει; Θα με τρελάνετε τελείως; Μου λέτε για το γλυκό που έφτιαξα πριν τρεις μέρες, μου λέτε ότι μ’ έχετε δει σε φωτογραφίες. Δεν ήταν λοιπόν μονάχα μία, ήταν πολλές. Κι έπειτα μου ζητάτε να μη μένω στις λεπτομέρειες;

Γ2: Είναι περίεργο, αλλά νιώθω σαν να σας ξέρω καλά. Ο τόνος της φωνής σας μου είναι τόσο οικείος. Και το πρόσωπό σας. Ακόμα και το βήμα σας σαν να το γνωρίζω.

Γ1: Με παρακολουθείτε;

Γ2: Σας είπα, είναι η πρώτη φορά που σας βλέπω από κοντά. Αλλά είστε ακριβώς έτσι όπως σας φαντάστηκα.

Γ1: Τι συμβαίνει εδώ; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Θα πάω στην αστυνομία.

Γ2: Δε χρειάζεται. Μην μπαίνετε στον κόπο. Άλλωστε δε θα σας ενοχλήσω ξανά. Τυχαία σας είδα. Μπορεί να μένουμε και στην ίδια γειτονιά. Αυτό κι αν είναι περίεργο. Μη δίνετε σημασία. Μερικές φορές δεν μπορώ να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου. Και να τα αποτελέσματα.

Γ1: Ενθουσιασμό για ποιο πράγμα;

Γ2: Που σας αναγνώρισα. Ίσως ήμουν κάπως αγενής, το παραδέχομαι. Δε θα ’πρεπε να σας πω για το γλυκό. Εσάς μπορεί να σας αρέσει η ζάχαρη. Εγώ, ακόμα και τον καφέ μου, τον πίνω σκέτο. Δε λέω να κάνετε κι εσείς το ίδιο. Είμαι σίγουρη ότι θα βάζετε τουλάχιστον τρεις κουταλιές ζάχαρη στον δικό σας.

Γ1: Τέρμα. Θα πάω στην αστυνομία.

Γ2: Μη φοβάστε. Στην τύχη το είπα. Το πέτυχα όμως, ε; Είναι υπέροχο. Μου συμβαίνει συχνά. Κάνω κάτι απίθανες προβλέψεις μερικές φορές. Ξαφνιάζομαι κι η ίδια. Σαν να γνωρίζω από πριν κάτι που οι άλλοι σχεδόν το αγνοούν. Ορίστε, πάλι ενθουσιάστηκα. Κι αυτό το παθαίνω συχνά. Ενθουσιάζομαι με το παραμικρό. Για παράδειγμα, μπορώ να ενθουσιαστώ που σήμερα έχει δεκαεπτά ο μήνας. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Οι ημερομηνίες δε μου λένε τίποτα. Όπως και οι μήνες. Είτε είναι Δεκέμβρης είτε είναι Απρίλης, μου κάνει το ίδιο. Όμως ενθουσιάζομαι. Ακριβώς επειδή είναι ο μήνας που είναι.

Γ1: Είστε τρελή. Δεν ξέρετε τι λέτε. Πείτε μου αμέσως πού βρήκατε τη συνταγή για το γλυκό που έφτιαξα.

Γ2: Μην επιμένετε. Θέλω να σας αποδείξω ότι οι λεπτομέρειες δεν έχουν καμία σημασία. Σε λίγο, αφού χωριστούμε, θα συνεχίσετε τη ζωή σας όπως τη ζούσατε μέχρι τώρα. Στην πραγματικότητα, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Μπορεί να αναστατωθήκατε με την παρουσία μου, όμως γρήγορα θα την ξεχάσετε. Θα διηγηθείτε τη συνάντησή μας στους φίλους σας σαν ένα αστείο, σαν κάτι που δεν είστε καν σίγουρη ότι συνέβη. Κατά βάθος όμως θα γνωρίζετε ότι συνέβη. Θα σας ρωτήσουν πώς έγινε, κι εσείς θα τους πείτε: «Σε μία διασταύρωση, με πλησίασε και μου είπε για το γλυκό». Δε θα πιστεύουν στ’ αυτιά τους. «Δε γίνονται αυτά τα πράγματα» θα σας πουν. Κι όμως, σε μία διασταύρωση, δεν ξέρεις ποτέ ποιον θα συναντήσεις.

Γ1: Ξέρετε κάποιο φίλο μου; Τον άντρα μου ίσως. Δεν μπορεί, κάποιος θα σας μίλησε για μένα. Και μάλιστα πρόσφατα, για να σας είπε για το γλυκό!

Γ2: Δε γνωρίζω κανένα φίλο σας. Και σίγουρα δε γνωρίζω τον άντρα σας.

Γ1; Και οι φωτογραφίες; Πώς βρέθηκαν στα χέρια σας οι φωτογραφίες μου;

Γ2: Τυχαία. Αλήθεια, τι μήνα έχουμε σήμερα;

Γ1: Με κοροϊδεύετε; Τι θέλετε επιτέλους;

Γ2: Πείτε μου, σας παρακαλώ. Τι μήνα έχουμε;

Γ1: Απρίλη. Ικανοποιηθήκατε τώρα;

Γ2: Κι όμως, μοιάζει τόσο πολύ με Σεπτέμβρη!

Γ1: Μα εσείς, τώρα δα, είπατε ότι οι μήνες δε σας λένε τίποτα.

Γ2: Ναι, είναι αλήθεια. Μερικές φορές όμως νιώθεις νοσταλγία για ένα συγκεκριμένο μήνα. Θα ήθελες όλοι οι μήνες να είναι, ας πούμε… Σεπτέμβρης. Να υπάρχει μόνο αυτός ο μήνας. Πείτε μου, δε σας έχει συμβεί ποτέ;

Γ1: Σας παρακαλώ, έχω ήδη αργήσει. Πρέπει να πάρω την κόρη μου απ’ το σχολείο. Δεν έχω χρόνο να μιλάω με μία άγνωστη για τους μήνες.
Γελάτε; Πού βρίσκετε το αστείο;

Γ2: Πουθενά. Χάρηκα πολύ που τα είπαμε. Ίσως ξαναβρεθούμε σε κάποια άλλη διασταύρωση, όπως τώρα, και τότε θα με αναγνωρίσετε κι εσείς. Τότε, ίσως έρθετε εσείς να μου μιλήσετε. Δε θα διστάσετε, έτσι δεν είναι; Αν δε σας αντιληφθώ με τη μία, μιλήστε μου εσείς. Στη δεύτερη συνάντηση συνήθως είμαστε πιο ενθουσιασμένοι απ’ ό,τι στην πρώτη. Ο άλλος μάς είναι ήδη οικείος.

Γ1: Δε νομίζω ότι θα νιώσω ποτέ οικειότητα μαζί σας. Και δε σας κρύβω ότι ακόμα σκέφτομαι να πάω στην αστυνομία. Αποφεύγετε να μου απαντήσετε πώς γνωρίζετε τόσες λεπτομέρειες από τη ζωή μου, κι αυτό με βάζει σε υποψίες. Αλλά προς το παρόν, έχω άλλες προτεραιότητες. Δε θ’ ασχοληθώ άλλο μαζί σας.

Γ2: Πάντως, για καλό και για κακό, να θυμάστε ότι τον καφέ μου τον πίνω σκέτο και μ’ αρέσουν πολύ τα κρουασάν. Θα ήθελα πολύ να σας συνοδεύσω μέχρι το σχολείο της μικρής, αλλά φοβάμαι να περνάω τους δρόμους απέναντι. Ίσως κάποια άλλη φορά.
Αλήθεια, δε μου είπατε, εξακολουθείτε να κρύβετε τα τσιγάρα σας στην οροφή του ασανσέρ;



Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΑΔΕΙΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ


Με άδεια μπουκάλια στο χρώμα της θλίψης σου,
μετράω απόψε τη ζωή μου.
Ένα ακόμη αλκοόλ σ’ εκλιπαρώ
ν’ απαλύνω του φόβου μου τη φρίκη,
μες στων ματιών σου τους φθαρμένους κύκλους.
Δε σε θυμάμαι απ’ το χθες μου.
Πού ήσουν τόσα χρόνια, απορώ.
Χαράσσω ξανά απόψε τη μοίρα μου
με νύχια φαγωμένα από έναν άλλο εαυτό,
με άδεια χέρια το γυρισμό γυρεύω.
Θα φύγω το βράδυ μακριά σου,
θα σ’ αγαπήσω για άλλη μια φορά,
στ’ αυτιά μου θ’ αντηχεί η φωνή σου,
θα σ’ αγαπήσω για πρώτη φορά.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΑΚΙ ΑΚΟΜΑ


Νύχτα. Κοντεύει 03:00. Πίνω καφέδες για να μην κοιμάμαι. Ζωγραφίζω στους τοίχους μαργαρίτες. Τις μαδάω. Τις αποτεφρώνω. Κλείνω τα μάτια. 
«Ένα τεταρτάκι ακόμα και θα ξυπνήσω» ψιθυρίζω. «Ένα τεταρτάκι για να γυρίσω πίσω στη μήτρα μου». Σ’ αγαπάω. 
05:00. Το τεταρτάκι πέρασε. Σ’ αγαπάω ακόμα. Το μελάνι στεγνώνει. «Να το πιεις σπίτι σου» μου λες. Το ποτό σου έχει τελειώσει. Κοιτάζω το άδειο μπουκάλι. Εκεί μέσα θα σε βάλω να σ’ έχω πάντα μαζί μου. Σ’ αγαπάω. 
Ξημερώνει σε λίγο. Το κερί έχει λιώσει. Οι σκέψεις μου σε υποδέχονται κι αυτό το βράδυ. Σε απαρνιέμαι, σε ξερνάω στα κάγκελα πάνω. Πέμπτος όροφος. Βουτάω.

 

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

730 ΧΑΠΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Έχω κατάθλιψη. Πάντα δηλαδή είχα. Απλώς τώρα έχει χειροτερέψει. Ούτε τα φάρμακα δε με πιάνουν πια. Μου προκαλούν απίστευτη υπνηλία. Κοιμάμαι συνέχεια. Βλέπω εφιάλτες. Ό,τι ζω ξύπνιος, το ζω και κοιμισμένος. Στην υπερβολή του. Το μυαλό μου έχει γίνει ένα τερατώδες μπολ όπου ανακατεύονται όλα τα αληθινά και τα φανταστικά γεγονότα και γίνονται μια αποκρουστική σαλάτα. Θέλω να κάνω εμετό. Ίσως είναι απ’ τα φάρμακα. Ίσως είναι απ’ τη σαλάτα που έχω στο κεφάλι μου. Όλα τα χάπια τα ‘χω σε μια μαύρη τσάντα, και αναλόγως την κατάσταση μου παίρνω το κατάλληλο και κοιμάμαι. Βασικά αυτό μου κάνουν τα φάρμακα. Με αποκοιμίζουν για να μη σκέφτομαι. Μόνο να ονειρεύομαι. Όχι για το μέλλον, για το παρελθόν. Έχω πάψει άλλωστε να κάνω όνειρα για το μέλλον. Τα φάρμακα είναι μικρές ηλεκτρικές σκούπες που σου ρουφάνε τις ελπίδες σου, τα σχέδια σου. Σε υπνωτίζουν. Σε κάνουν φυτό. Όχι, δε σκέφτεσαι, δε θυμάσαι, δε φοβάσαι, δε λυπάσαι, δε ζεις. Τα χάπια είναι το μέλλον μου. Αν για τον επόμενο χρόνο παίρνω από 2 χάπια την ημέρα, μας κάνει 730 χάπια το χρόνο, και 1460, αν εξακολουθήσω να παίρνω και για δεύτερο χρόνο. Χίλιες τετρακόσιες εξήντα σκούπες που λιώνουν στο σώμα μου μέσα, στο αίμα μου, και με αποσυνθέτουν. Υπάρχουν βέβαια μέρες που παίρνω τρία ή και ένα μόνο. Αναλόγως. Όλα είναι σχετικά. Το σπίτι μου παραμένει ο τάφος μου, που έσκαψα με τα χέρια μου. Το «έντυσα» με τη φρίκη μου και βυθίστηκα μέσα του. Ένας ωκεανός η ζωή μου, με χιλιάδες καρχαρίες τριγύρω μου, έτοιμους να με κατασπαράξουν την κατάλληλη στιγμή. Είμαι ανήμπορος να ζήσω την πραγματικότητα. Έχω ξεχάσει τι θα πει πραγματικότητα. Έχω χάσει πολλές έννοιες απ’ το λεξιλόγιό μου. Τις διέγραψα γιατί πια δεν τις χρησιμοποιώ. Το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου μου τώρα πια είναι το Κ, Κατάθλιψη. Γιατί δεν είναι μία απλή θλίψη, είναι μία σύνθετη θλίψη. Κατά και θλίψη. Το «κατά» δείχνει την κατεύθυνση της διάθεσής μου, το βάθος της θλίψης μου. Κάτω. Κάτω από τι. Πόσο κάτω. Για πόσο. Και τα δύο συνθετικά έχουν μόνο αρνητική έννοια. Μπορείς, βέβαια, να δεις τη θλίψη απ’ τη θετική της σκοπιά και να τη μετατρέψεις σε κάτι καλό. Καλό για μένα; Κι εγώ πού είμαι; Υπάρχω; Αναπνέω. Τουλάχιστον ακόμα αναπνέω. Το βλέπω στο τζάμι που θαμπώνει καθώς πλησιάζω το στόμα μου. Χαράσσω γράμματα στο τζάμι για να τα δουν οι γείτονες. «Είστε μαλάκες» γράφω, αλλά αμέσως σβήνουν, και μάλλον δε θα προλάβουν οι μαλάκες να διαβάσουν την αλήθεια τους. Τι κρίμα! Εγώ όμως ξέρω. Τουλάχιστον αυτό. Είμαι καταθλιπτικός. Βουλιάζω διαρκώς στο σώμα μου. Δεν έχω πια μύες, δεν έχω νεύρα, δεν έχω σάρκα. Τα χέρια μου έχουν γίνει τόσο λεπτά που μοιάζουν με κλωστούλες μαριονέτας. Τα μάτια μου ξεθώριασαν απότομα. Μέσα σε μια νύχτα. Η νύχτα είναι πάντα ύπουλη. Σε ρουφάει και δεν το παίρνεις χαμπάρι. Ξυπνάς, λοιπόν, το επόμενο πρωί, μπαίνεις στην τουαλέτα και το πρώτο πράγμα που βλέπεις στον ήδη θαμπό καθρέφτη είναι τα θαμπά σου μάτια. Δεν τα αναγνωρίζεις. Τι χρώμα είχαν χθες; Ούτε που θυμάσαι. Ούτε που σε νοιάζει άλλωστε. Τώρα πια θα είναι απλώς θαμπά, άχρωμα. «Χρώμα ματιών;» θα σε ρωτήσουν, «θαμπά» θα πεις. Θα σε κοιτάξουν περίεργα. Θα ανταποδώσεις. «Θαμπά» θα επαναλάβεις. «Θαμπά» θα ουρλιάξεις. Δεν έχεις μάτια. Δεν είσαι εσύ. Δεν υπάρχεις χωρίς τα παλιά σου μάτια. Τα κλείνεις. Σκεπάζεις τους καθρέφτες. Τι θα κάνεις λοιπόν;