Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

730 ΧΑΠΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Έχω κατάθλιψη. Πάντα δηλαδή είχα. Απλώς τώρα έχει χειροτερέψει. Ούτε τα φάρμακα δε με πιάνουν πια. Μου προκαλούν απίστευτη υπνηλία. Κοιμάμαι συνέχεια. Βλέπω εφιάλτες. Ό,τι ζω ξύπνιος, το ζω και κοιμισμένος. Στην υπερβολή του. Το μυαλό μου έχει γίνει ένα τερατώδες μπολ όπου ανακατεύονται όλα τα αληθινά και τα φανταστικά γεγονότα και γίνονται μια αποκρουστική σαλάτα. Θέλω να κάνω εμετό. Ίσως είναι απ’ τα φάρμακα. Ίσως είναι απ’ τη σαλάτα που έχω στο κεφάλι μου. Όλα τα χάπια τα ‘χω σε μια μαύρη τσάντα, και αναλόγως την κατάσταση μου παίρνω το κατάλληλο και κοιμάμαι. Βασικά αυτό μου κάνουν τα φάρμακα. Με αποκοιμίζουν για να μη σκέφτομαι. Μόνο να ονειρεύομαι. Όχι για το μέλλον, για το παρελθόν. Έχω πάψει άλλωστε να κάνω όνειρα για το μέλλον. Τα φάρμακα είναι μικρές ηλεκτρικές σκούπες που σου ρουφάνε τις ελπίδες σου, τα σχέδια σου. Σε υπνωτίζουν. Σε κάνουν φυτό. Όχι, δε σκέφτεσαι, δε θυμάσαι, δε φοβάσαι, δε λυπάσαι, δε ζεις. Τα χάπια είναι το μέλλον μου. Αν για τον επόμενο χρόνο παίρνω από 2 χάπια την ημέρα, μας κάνει 730 χάπια το χρόνο, και 1460, αν εξακολουθήσω να παίρνω και για δεύτερο χρόνο. Χίλιες τετρακόσιες εξήντα σκούπες που λιώνουν στο σώμα μου μέσα, στο αίμα μου, και με αποσυνθέτουν. Υπάρχουν βέβαια μέρες που παίρνω τρία ή και ένα μόνο. Αναλόγως. Όλα είναι σχετικά. Το σπίτι μου παραμένει ο τάφος μου, που έσκαψα με τα χέρια μου. Το «έντυσα» με τη φρίκη μου και βυθίστηκα μέσα του. Ένας ωκεανός η ζωή μου, με χιλιάδες καρχαρίες τριγύρω μου, έτοιμους να με κατασπαράξουν την κατάλληλη στιγμή. Είμαι ανήμπορος να ζήσω την πραγματικότητα. Έχω ξεχάσει τι θα πει πραγματικότητα. Έχω χάσει πολλές έννοιες απ’ το λεξιλόγιό μου. Τις διέγραψα γιατί πια δεν τις χρησιμοποιώ. Το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου μου τώρα πια είναι το Κ, Κατάθλιψη. Γιατί δεν είναι μία απλή θλίψη, είναι μία σύνθετη θλίψη. Κατά και θλίψη. Το «κατά» δείχνει την κατεύθυνση της διάθεσής μου, το βάθος της θλίψης μου. Κάτω. Κάτω από τι. Πόσο κάτω. Για πόσο. Και τα δύο συνθετικά έχουν μόνο αρνητική έννοια. Μπορείς, βέβαια, να δεις τη θλίψη απ’ τη θετική της σκοπιά και να τη μετατρέψεις σε κάτι καλό. Καλό για μένα; Κι εγώ πού είμαι; Υπάρχω; Αναπνέω. Τουλάχιστον ακόμα αναπνέω. Το βλέπω στο τζάμι που θαμπώνει καθώς πλησιάζω το στόμα μου. Χαράσσω γράμματα στο τζάμι για να τα δουν οι γείτονες. «Είστε μαλάκες» γράφω, αλλά αμέσως σβήνουν, και μάλλον δε θα προλάβουν οι μαλάκες να διαβάσουν την αλήθεια τους. Τι κρίμα! Εγώ όμως ξέρω. Τουλάχιστον αυτό. Είμαι καταθλιπτικός. Βουλιάζω διαρκώς στο σώμα μου. Δεν έχω πια μύες, δεν έχω νεύρα, δεν έχω σάρκα. Τα χέρια μου έχουν γίνει τόσο λεπτά που μοιάζουν με κλωστούλες μαριονέτας. Τα μάτια μου ξεθώριασαν απότομα. Μέσα σε μια νύχτα. Η νύχτα είναι πάντα ύπουλη. Σε ρουφάει και δεν το παίρνεις χαμπάρι. Ξυπνάς, λοιπόν, το επόμενο πρωί, μπαίνεις στην τουαλέτα και το πρώτο πράγμα που βλέπεις στον ήδη θαμπό καθρέφτη είναι τα θαμπά σου μάτια. Δεν τα αναγνωρίζεις. Τι χρώμα είχαν χθες; Ούτε που θυμάσαι. Ούτε που σε νοιάζει άλλωστε. Τώρα πια θα είναι απλώς θαμπά, άχρωμα. «Χρώμα ματιών;» θα σε ρωτήσουν, «θαμπά» θα πεις. Θα σε κοιτάξουν περίεργα. Θα ανταποδώσεις. «Θαμπά» θα επαναλάβεις. «Θαμπά» θα ουρλιάξεις. Δεν έχεις μάτια. Δεν είσαι εσύ. Δεν υπάρχεις χωρίς τα παλιά σου μάτια. Τα κλείνεις. Σκεπάζεις τους καθρέφτες. Τι θα κάνεις λοιπόν;

1 σχόλιο:

  1. Τραγικό θα ήταν... να χάνεις τα μάτια σου να χάνεις τις αισθήσεις σου, να πέφτεις σε κόμμα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή