Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

ΑΔΕΙΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ


Με άδεια μπουκάλια στο χρώμα της θλίψης σου,
μετράω απόψε τη ζωή μου.
Ένα ακόμη αλκοόλ σ’ εκλιπαρώ
ν’ απαλύνω του φόβου μου τη φρίκη,
μες στων ματιών σου τους φθαρμένους κύκλους.
Δε σε θυμάμαι απ’ το χθες μου.
Πού ήσουν τόσα χρόνια, απορώ.
Χαράσσω ξανά απόψε τη μοίρα μου
με νύχια φαγωμένα από έναν άλλο εαυτό,
με άδεια χέρια το γυρισμό γυρεύω.
Θα φύγω το βράδυ μακριά σου,
θα σ’ αγαπήσω για άλλη μια φορά,
στ’ αυτιά μου θ’ αντηχεί η φωνή σου,
θα σ’ αγαπήσω για πρώτη φορά.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΑΚΙ ΑΚΟΜΑ


Νύχτα. Κοντεύει 03:00. Πίνω καφέδες για να μην κοιμάμαι. Ζωγραφίζω στους τοίχους μαργαρίτες. Τις μαδάω. Τις αποτεφρώνω. Κλείνω τα μάτια. 
«Ένα τεταρτάκι ακόμα και θα ξυπνήσω» ψιθυρίζω. «Ένα τεταρτάκι για να γυρίσω πίσω στη μήτρα μου». Σ’ αγαπάω. 
05:00. Το τεταρτάκι πέρασε. Σ’ αγαπάω ακόμα. Το μελάνι στεγνώνει. «Να το πιεις σπίτι σου» μου λες. Το ποτό σου έχει τελειώσει. Κοιτάζω το άδειο μπουκάλι. Εκεί μέσα θα σε βάλω να σ’ έχω πάντα μαζί μου. Σ’ αγαπάω. 
Ξημερώνει σε λίγο. Το κερί έχει λιώσει. Οι σκέψεις μου σε υποδέχονται κι αυτό το βράδυ. Σε απαρνιέμαι, σε ξερνάω στα κάγκελα πάνω. Πέμπτος όροφος. Βουτάω.

 

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

730 ΧΑΠΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Έχω κατάθλιψη. Πάντα δηλαδή είχα. Απλώς τώρα έχει χειροτερέψει. Ούτε τα φάρμακα δε με πιάνουν πια. Μου προκαλούν απίστευτη υπνηλία. Κοιμάμαι συνέχεια. Βλέπω εφιάλτες. Ό,τι ζω ξύπνιος, το ζω και κοιμισμένος. Στην υπερβολή του. Το μυαλό μου έχει γίνει ένα τερατώδες μπολ όπου ανακατεύονται όλα τα αληθινά και τα φανταστικά γεγονότα και γίνονται μια αποκρουστική σαλάτα. Θέλω να κάνω εμετό. Ίσως είναι απ’ τα φάρμακα. Ίσως είναι απ’ τη σαλάτα που έχω στο κεφάλι μου. Όλα τα χάπια τα ‘χω σε μια μαύρη τσάντα, και αναλόγως την κατάσταση μου παίρνω το κατάλληλο και κοιμάμαι. Βασικά αυτό μου κάνουν τα φάρμακα. Με αποκοιμίζουν για να μη σκέφτομαι. Μόνο να ονειρεύομαι. Όχι για το μέλλον, για το παρελθόν. Έχω πάψει άλλωστε να κάνω όνειρα για το μέλλον. Τα φάρμακα είναι μικρές ηλεκτρικές σκούπες που σου ρουφάνε τις ελπίδες σου, τα σχέδια σου. Σε υπνωτίζουν. Σε κάνουν φυτό. Όχι, δε σκέφτεσαι, δε θυμάσαι, δε φοβάσαι, δε λυπάσαι, δε ζεις. Τα χάπια είναι το μέλλον μου. Αν για τον επόμενο χρόνο παίρνω από 2 χάπια την ημέρα, μας κάνει 730 χάπια το χρόνο, και 1460, αν εξακολουθήσω να παίρνω και για δεύτερο χρόνο. Χίλιες τετρακόσιες εξήντα σκούπες που λιώνουν στο σώμα μου μέσα, στο αίμα μου, και με αποσυνθέτουν. Υπάρχουν βέβαια μέρες που παίρνω τρία ή και ένα μόνο. Αναλόγως. Όλα είναι σχετικά. Το σπίτι μου παραμένει ο τάφος μου, που έσκαψα με τα χέρια μου. Το «έντυσα» με τη φρίκη μου και βυθίστηκα μέσα του. Ένας ωκεανός η ζωή μου, με χιλιάδες καρχαρίες τριγύρω μου, έτοιμους να με κατασπαράξουν την κατάλληλη στιγμή. Είμαι ανήμπορος να ζήσω την πραγματικότητα. Έχω ξεχάσει τι θα πει πραγματικότητα. Έχω χάσει πολλές έννοιες απ’ το λεξιλόγιό μου. Τις διέγραψα γιατί πια δεν τις χρησιμοποιώ. Το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου μου τώρα πια είναι το Κ, Κατάθλιψη. Γιατί δεν είναι μία απλή θλίψη, είναι μία σύνθετη θλίψη. Κατά και θλίψη. Το «κατά» δείχνει την κατεύθυνση της διάθεσής μου, το βάθος της θλίψης μου. Κάτω. Κάτω από τι. Πόσο κάτω. Για πόσο. Και τα δύο συνθετικά έχουν μόνο αρνητική έννοια. Μπορείς, βέβαια, να δεις τη θλίψη απ’ τη θετική της σκοπιά και να τη μετατρέψεις σε κάτι καλό. Καλό για μένα; Κι εγώ πού είμαι; Υπάρχω; Αναπνέω. Τουλάχιστον ακόμα αναπνέω. Το βλέπω στο τζάμι που θαμπώνει καθώς πλησιάζω το στόμα μου. Χαράσσω γράμματα στο τζάμι για να τα δουν οι γείτονες. «Είστε μαλάκες» γράφω, αλλά αμέσως σβήνουν, και μάλλον δε θα προλάβουν οι μαλάκες να διαβάσουν την αλήθεια τους. Τι κρίμα! Εγώ όμως ξέρω. Τουλάχιστον αυτό. Είμαι καταθλιπτικός. Βουλιάζω διαρκώς στο σώμα μου. Δεν έχω πια μύες, δεν έχω νεύρα, δεν έχω σάρκα. Τα χέρια μου έχουν γίνει τόσο λεπτά που μοιάζουν με κλωστούλες μαριονέτας. Τα μάτια μου ξεθώριασαν απότομα. Μέσα σε μια νύχτα. Η νύχτα είναι πάντα ύπουλη. Σε ρουφάει και δεν το παίρνεις χαμπάρι. Ξυπνάς, λοιπόν, το επόμενο πρωί, μπαίνεις στην τουαλέτα και το πρώτο πράγμα που βλέπεις στον ήδη θαμπό καθρέφτη είναι τα θαμπά σου μάτια. Δεν τα αναγνωρίζεις. Τι χρώμα είχαν χθες; Ούτε που θυμάσαι. Ούτε που σε νοιάζει άλλωστε. Τώρα πια θα είναι απλώς θαμπά, άχρωμα. «Χρώμα ματιών;» θα σε ρωτήσουν, «θαμπά» θα πεις. Θα σε κοιτάξουν περίεργα. Θα ανταποδώσεις. «Θαμπά» θα επαναλάβεις. «Θαμπά» θα ουρλιάξεις. Δεν έχεις μάτια. Δεν είσαι εσύ. Δεν υπάρχεις χωρίς τα παλιά σου μάτια. Τα κλείνεις. Σκεπάζεις τους καθρέφτες. Τι θα κάνεις λοιπόν;

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

ΚΙ ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΦΥΓΕΣ ΜΑΚΡΙΑ…


Γυρίζεις πίσω, στο χρόνο και στον τόπο, περιδιαβαίνεις σε γνώριμους δρόμους, συναπαντάς οικείους ανθρώπους. Αρχίζεις να θυμάσαι. Τίποτα δεν επανέρχεται άκοπα στη μνήμη. Παλεύεις με τα φαντάσματα του παρελθόντος σου∙ τα διώχνεις, και αυτά επιστρέφουν. Τα συναντάς ατόφια. Μορφές αλλοτινών ανθρώπων ξεπετάγονται απ’ τις γωνιές, λησμονημένες φωνές ακούγονται τις νύχτες, και σε ξυπνάνε. Τίποτα δεν είναι όπως το άφησες. Άλλαξε ο τόπος, άλλαξαν και τα μάτια που τον κοιτούσες κάποτε.
Ό,τι είχες λησμονήσει έμεινε ακέραιο σαν να μην άφησες ποτέ να το αγγίξει ο χρόνος. Προστάτεψες το παρελθόν σου με τη λήθη, κι αποξεχάστηκες σε ξένους τόπους. Για λίγο νόμισες ότι λυτρώθηκες απ’ τα στοιχειά που σε τριγύριζαν, όμως γελάστηκες. Ήταν ο χρόνος που ξεμάκρυνε από σένα, ή μήπως εσύ τον άφησες να φύγει; Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι άνθρωποι…το άρωμα μιας περασμένης ηλικίας, και η ζωή που γυμνώθηκε μπροστά στα βάρβαρα μάτια της απώλειας. Εξακολουθείς να επιστρέφεις με μανία, να ψάχνεις σε συρτάρια ό,τι απέμεινε, να εγκαταλείπεις ξανά. Οι διαστάσεις του χρόνου μπερδεύονται, μπερδεύεσαι και συ μαζί τους∙ ποιος ήσουν, ποιος είσαι, και τελικά ποιος θα γίνεις;
Το παρελθόν στέκεται δίπλα σου – όχι πίσω από σένα. Και τα φαντάσματά του σ’ ακολουθούν αιώνες τώρα. Μιλάς μαζί τους τις νύχτες της ξαγρύπνιας σου, στο αίμα σου ρέει η ζωή τους. Οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί που υπήρξανε. Δεν είσαι πια ο ίδιος με το παιδί που κάποτε φοβόταν το σκοτάδι. Κι αύριο πάλι άλλος θα ‘σαι. Σήμερα άλλο φόβο έχεις: τη λήθη. Τίποτα δεν άλλαξε μετά από τόσα χρόνια. Ίδια σκοτάδια σε τυλίγουνε ακόμα, σου επιβάλλουν το κενό και σε βουλιάζουν. Μία σκηνή απ’ το πουθενά –ή απ’ το άλλοτε- ξυπνά τις λέξεις που από καιρό είχες λησμονήσει. Και ξαφνικά, αρχίζεις να θυμάσαι…
… «μη σπαταλάς το χρόνο που σου δόθηκε, τα βήματά σου πρόσεξε μη χάσεις…» Απ’ την αρχή ξανά μαθαίνεις να μετράς, άλλοτε χάνεσαι στο δρόμο, κι άλλοτε πέφτεις. Ποιος ήταν ο προορισμός σου; Και σε τι ήσουνα ταγμένος τελικά; Οι απαντήσεις είναι πάντα μέσα σου, τις κουβαλάς μαζί σου, και μες στο σπίτι που μεγάλωσες βρίσκονται τα κλειδιά σου. Γυρίζεις πίσω, στο χρόνο και στον τόπο σου, όπου έχεις αφήσει τη φωνή σου. Κι αν κάποτε έφυγες μακριά, κι αν πάντοτε θα φεύγεις, θα είναι το «επέστρεφε» η μόνη διαδρομή σου.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


 Σήμερα ξύπνησα και δε φορούσα το πρόσωπό μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, και με τρόμο διαπίστωσα την απουσία του. Τι άλλαξε μέσα σε μια νύχτα; Τι όνειρα έβλεπα; Η πραγματικότητα είχε χάσει τις διαστάσεις της, τίποτα δε θύμιζε τη χθεσινή μέρα, όπου όλα ήταν ακόμα φυσιολογικά.
Προσπαθώ να δώσω τον ορισμό του φυσιολογικού, και ταυτόχρονα προσπαθώ να συνηθίσω την καινούργια μου υπόσταση. Ίσως, αν απομακρυνθώ από τον καθρέφτη, μπορέσω να αντικρίσω τον αληθινό μου εαυτό, που πέρα από την αλλιώτικη όψη του παραμένει ακόμα ίδιος με τον χθεσινό. Ή έτσι νομίζω.
Αλλάζω ρούχα, κατεβαίνω τα σκαλιά, βγαίνω στο δρόμο. Θέλω να δω τα ίδια σπίτια, τα ίδια δέντρα, τους ίδιους ανθρώπους. Θέλω τα πάντα να είναι στη θέση τους, όπως τα είχα αφήσει. Η σταθερότητα είναι η ασφάλειά μου, κι αυτήν έχω ανάγκη ετούτη την ώρα, που όλα είναι πιθανόν να συμβούν. Οι περαστικοί με κοιτάζουν περίεργα, οι φίλοι δε με αναγνωρίζουν. «Εγώ είμαι!» φωνάζω, μα κανένας δε μου δίνει σημασία. Με προσπερνούν όλοι προκλητικά. Μήπως δε με βλέπουν καν; αναρωτιέμαι κι επιταχύνω το βήμα μου. Εγώ είμαι; Και ποιος είμαι στ’ αλήθεια; Αυτός που ήμουν και χθες; Αυτός που νιώθω σήμερα; Και όλοι αυτοί, τι βλέπουν ακριβώς στο πρόσωπο μου, που εγώ αδυνατώ να διακρίνω; «Δεν είμαι εγώ!» αναφωνώ τελικά, μπροστά στον καθρέφτη, και τον σπάω με τη γροθιά μου.
Αδυνατώντας να βρω τελικά έναν ορισμό για το φυσιολογικό, έναν φυσιολογικό ορισμό για τον εαυτό, ετοιμάζω τη βαλίτσα μου για να φύγω. Η προσπάθειά μου να παραμείνω ακέραιος μέχρι τελευταίας στιγμής απέτυχε. Όταν τα πάντα δείχνουν εύθραυστα, τίποτα δεν μπορεί να σε κρατήσει στο ίδιο σημείο, τίποτα δεν μπορεί να σε συγκρατήσει. Η αλλαγή είναι επιβεβλημένη αν θέλεις να επιβιώσεις από την πλημμύρα του χρόνου. Παίρνω όλες τις μάσκες που κατά καιρούς «φόρεσα», που με απάλλαξαν από τη δύσκολη θέση, όταν ο ίδιος μου ο εαυτός δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Το ευμετάβλητο της ύπαρξης ή αυτής της πραγματικότητας ήταν που με έφερε ως εδώ; Τα ερωτήματα που γεννιούνται στο κεφάλι μου παύουν πια να με καταδιώκουν. Από μία ηλικία και μετά οι ερωτήσεις μετατρέπονται σε καταφάσεις, και τελικά σε αρνητικές προτάσεις που γίνονται πια κανόνες επιβίωσης. Δεν είμαι κανένας απ’ όλους αυτούς τους εαυτούς που ντύθηκα, είμαι ο ίδιος ο χρόνος που μεταβάλλεται μέσα μου, που αλλάζει μορφές, που με εξαπατάει.
Βγαίνω και πάλι στο δρόμο. Άλλες εικόνες, άλλα σπίτια, άλλοι άνθρωποι. Τίποτα δε μου κάνει εντύπωση και όλα με αφήνουν άφωνο. Το βάρος που κουβαλάω επιβραδύνει το βήμα μου, η πορεία μου προδιαγράφεται απ’ όλα αυτά που κουβαλάω, αγανακτώ, και τα εγκαταλείπω εκεί, στη μέση του δρόμου. Προχωράω με άδεια χέρια πια, πιο ελεύθερος από ποτέ. Ό,τι πραγματικά χρειάζομαι το φέρω ήδη εντός μου, και με μεταμορφώνει. Και για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι ο καθρέφτης όπου μέχρι σήμερα κοίταζα το πρόσωπό μου δεν ήταν παρά το παραμορφωτικό πρίσμα της αλήθειας μου.


Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

«Η ΤΟΥΡΤΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΕΡΑΣΑΚΙ!»


 Με τη μαμά φτιάχναμε συχνά τούρτες. Σοκολατίνες. Τις «ντύναμε» στα μαύρα, με μπόλικο κακάο και ζάχαρη, καμιά φορά προσθέταμε και αμύγδαλα, και στο τέλος δεν παραλείπαμε ποτέ το κερασάκι. Δεν το τοποθετούσαμε όμως στην επιφάνεια της τούρτας, όπως συνηθίζεται, αλλά στο εσωτερικό της. Ξέροντας ότι εμείς τα παιδιά μαλώναμε πάντα γι’ αυτό το κερασάκι, είχε βρει το κόλπο και το έκρυβε. «Σε όποιον τύχει» μας έλεγε, και μπαίναμε σε μία διαδικασία αναζήτησης. Αναγκαζόμασταν να φάμε όλη την τούρτα, προκειμένου να βρούμε το κερασάκι, και τελικά, έχοντας μπουχτίσει απ’ τη σοκολάτα και τη ζάχαρη, η ανακάλυψή του δε μας ευχαριστούσε πια. Άλλοτε πάλι, το πετυχαίναμε στο πρώτο κιόλας κομμάτι, οπότε η αγωνία μας δε διαρκούσε πολύ. Τότε κι αν χάναμε όλο μας το ενδιαφέρον για την υπόλοιπη τούρτα!
Μια μέρα η μαμά κάθισε κι έφτιαξε μία τούρτα για τον καθένα μας. Επιτέλους, το κερασάκι θα ήταν δικό μου! Όπως κι όλη η τούρτα. Μπήκα στο δωμάτιό μου και άρχισα να την τρώω με λαιμαργία, χωρίς να καταλαβαίνω τη γεύση της, που ήταν και το τελευταίο πράγμα που με ενδιέφερε. Την έσκαβα στη μέση, έπειτα έπαιρνα από την άκρη, δεν είχε πια την αρχική της μορφή, τα σεντόνια μου είχαν λερωθεί από την κουβερτούρα, τα χέρια μου κόλλαγαν απ’ τα σιρόπια. Τα κομμάτια τέλειωναν και εγώ δεν είχα βρει ακόμα το κερασάκι μου. Δεν το έβαζα κάτω. «Θα είναι στο τελευταίο» σκέφτηκα, και συνέχισα μέχρι που η πιατέλα άδειασε και έπεσα σχεδόν αναίσθητη στο κρεβάτι.
Η μαμά μπήκε στο δωμάτιο και ανήσυχη με ρώτησε αν ήμουν καλά. Τα πάντα γύρω μου πρόδιδαν τη μάχη που είχε προηγηθεί, χωρίς όμως το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δεν υπήρχε νικητής, ήταν ολοφάνερο. «Μαμά, η τούρτα μου δεν έχει κερασάκι!» είπα κλαίγοντας. «Το ξέρω» μου απάντησε ήρεμα. «Δε θα έχει πάντα κερασάκι η τούρτα σου. Είχε όμως σιρόπι, είχε σαντιγί, είχε μπόλικη τρούφα, δεν το πρόσεξες;» Όχι, δεν είχα προσέξει τίποτα. Την είχα φάει τόσο γρήγορα που δεν πήρα χαμπάρι κανένα άλλο υλικό απ’ όσα μου ανέφερε. Εγώ έψαχνα το κερασάκι μου. Κι ήμουν τόσο σίγουρη ότι θα το έβρισκα. Όλες οι προηγούμενες τούρτες είχαν από ένα. Η αδερφή μου στο μέσα δωμάτιο πανηγύριζε ήδη για το δικό της. Μ’ έπιασε το παράπονο. «Εκείνης γιατί είχε;» τη ρώτησα. «Εκείνης δεν είχε, όμως, τίποτε άλλο εκτός απ’ αυτό. Και μάλιστα το βρήκε πολύ γρήγορα, αφήνοντας την υπόλοιπη τούρτα άθικτη». Δεν καταλάβαινα τι ήθελε να μου πει τότε η μαμά. Συνέχισα να κλαίω, και τότε μου αποκάλυψε την αλήθεια που μόνο αργότερα μπόρεσα να αντιληφθώ πλήρως. «Δεν έχει κανένα νόημα να φας όλη την τούρτα ψάχνοντας για ένα μόνο κερασάκι. Στην πορεία θα ανακαλύψεις χιλιάδες άλλα υλικά, διαφορετικά, όχι όμως λιγότερο νόστιμα. Αλλά πρέπει να έχεις υπομονή, να απολαμβάνεις κάθε κομμάτι αργά, σαν να ‘ναι το τελευταίο σου. Κι έτσι, ακόμα κι αν στο τέλος δε βρεις το κερασάκι, δε θα απογοητευτείς, γιατί θα έχεις ήδη ευχαριστηθεί τόσα άλλα πράγματα που δεν είχες καν κατά νου».
Σταμάτησα να κλαίω. Η μαμά είχε δίκιο. Έπρεπε να σταματήσω να αναζητώ το κερασάκι. Την επόμενη φορά που μας έφτιαξε πάλι τούρτα, το κερασάκι έτυχε στο δικό μου κομμάτι. Όμως, αυτή τη φορά δεν υπήρχε σαντιγί. Ούτε καν λίγο σιροπάκι.  Κατάλαβα ότι έτσι θα είναι πάντα. Πότε κάποιο υλικό θα λείπει, πότε θα περισσεύει. Στο τέλος ίσως να βαρεθώ και τελείως τις τούρτες. Και τότε θα βρω ένα άλλο γλυκό να μου αρέσει. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ψάχνοντας για το «κερασάκι» θα έχω καταβροχθίσει τη ζωή.